ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΩΒΑΙΟΥ ΣΥΖΗΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Η θεία Μαργαρίτα γεννήθηκε το 1934 στη νήσο Σχοινούσα. Έκτο παιδί του Δημήτριου Κωβαίου, Σκούρου,  (του Γιάννη και της Μαργαρίτας από την Ηρακλεία) και της Πλυτώς Ρουσσέτου από την Σχοινούσα. Τα αδέρφια της από το μεγαλύτερο στο μικρότερο, Μιχάλης, Ακαθή, Γιάννης, Γιώργης, Καλλιόπη, Φραγκίσκος.

Η θεία Μαργαρίτα παντρεύτηκε το 1962 τον Νικόλαο Κωβαίο του Στεφάνου  και της Ευαγγελίας (κάτω νησί). Έκανε τέσσερα παιδιά, τον Στέφανο, τον Δημήτρη, την Ευαγγελία και τον Νεκτάριο. Έχει δέκα (10) εγγόνια. 

ΘΕΙΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

“Δυο πόρτες και δυο παράθυρα μπλε διακόπτουν την τραχειά λευκή επιφάνεια του ασβεστωμένου τοίχου. Στη μια υπάρχει ένα μικρό παράθυρο και στο τζάμι του κρέμεται λευκή κουρτίνα πλεγμένη στο βελονάκι. Στο υπέρθυρο λευκή ταμπέλα με μπλέ πλαίσιο και μπλε γράμματα γραμμένα στο χέρι “FRUIT MARKET – GROCERIES – “ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ” – ΝΙΚΟΛΑΟΣ Σ. ΚΩΒΑΙΟΣ”. Δεν είναι μια πόρτα μισάνοιχτη. Είναι μια πόρτα ορθάνοιχτη. Μπροστά της κάθεται μαυροφορεμένη η πιο λαμπερή μορφή της Σχοινούσας, η κυρία Μαργαρίτα. Ογδόντα δύο χρόνια ζωής πάνω στο νησί αυτό, “Μόνο για εξετάσεις, έφυγα κοπέλα μου”. Ένας άνδρας, τέσσερα παιδιά, δέκα εγγόνια. Τα ανοιχτόχρωμα φωτεινά της μάτια είδαν το νησί να ζει, να γλεντά, να πονά. Είδε το λιμάνι να χτίζεται, το ρεύμα και το νερό να έρχεται, την εικόνα της Παναγιάς της Ακαθής να βρίσκει σπίτι. 

Τα μικρά και τα μεγάλα του νησιού, η ζωή της όλη. Μια αταξίδευτη κοσμοπολίτισσα.
Από το σπίτι της θα περάσεις σίγουρα όχι μόνο απ’ έξω στην περαντζάδα σου, μα, θα καθήσεις και στο φιλόξενο σαλονάκι της. Στο τραπέζι ένας δίσκος με μικρά ποτηράκια ακουμπισμένα ανάποδα και πάνω τους μια όμορφη ποτηροπετσέτα. Σε αυτά θα σου βάλει να πιεις το πρώτο κέρασμα. Στους ασβεστωμένους τοίχους ένθετες γυάλινες προθήκες, εργόχειρα σε κάθε ράφι και πάνω τους κάθονται σερβίτσια και ποτήρια κάθε λογής. Υφαντά του αργαλειού στο ντιβάνι της, τα ξύλινα κουφώματα βαμμένα φωτεινό γαλάζιο, στολισμένα με δαντέλες με βελονάκι. 
Τίποτα δεν υπάρχει περισσότερο σε αυτό το σπίτι από φωτογραφίες και ιστορίες. Καθισμένος στο σαλόνι σε κοιτούν εκατοντάδες μάτια. Όλοι οι αγαπημένοι της, οι σημαντικοί της, ζωντανοί και “παημένοι” μέσα σε κορνίζες. Τα παιδιά της, τα εγγόνια της, ο άνδρας της που ζει μόνο μέσα από τις ιστορίες της, οι χωριανοί, οι φίλοι. Όλοι. “Μα, ο Γλέζος είναι εδώ, κ. Μαργαρίτα;” “Πολύ φίλος μου, κόρη μου, ερχόταν πάντα στο πανηγύρι της Παναγιάς της Ακαθής και με χόρευε. Ήμουν χορεύτρια από τις λίγες, κόρη μου. Χόρευα και το μπάλλο και το συρτό και το καλαμαθιανό. Τώρα δεν μπορώ πια.”

Όταν ο καιρός είναι καλός βγαίνει και κάθεται στην παγκάδα, μιλά με τους γείτονες, παρατηρεί το πηγαινέλα, καθαρίζει τη φάβα της. Την χαιρετούν όλοι, την ξέρουμε όλοι. Στο στρογγυλό της πρόσωπο, σκάβονται δυο λακκάκια κάθε φορά που χαμογελά. Πάντα.
Τη μέρα που έχει πλοίο, σηκώνεται αχάραγα και αφήνει την μπλε πόρτα με την κουρτίνα στο παράθυρο μισάνοιχτη, να περάσουν οι φευγάτοι να τους χαιρετήσει.
Δεν είναι μια καρδιά μισάνοιχτη, είναι μια καρδιά ορθάνοιχτη..”

Σοφία Κατζέλη, Μάιος 2017

Φωτογραφία-credits: Κυρά-Μαργαρίτα, 21 Φλεβάρη 2017, Σχοινούσα: “Καμμένα χρόνια και καιροί που είστε περασμένα, και να ξαναγυρίζατε πίσω τα καημένα…” Η φωτογραφία κέρδισε το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό φωτογραφίας “My Cyclades”, του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης στα πλαίσια της έκθεσης “Robert McCabe: Αναμνήσεις και Μνημεία του Αιγαίου”. Χριστιάννα Οικονόμου